ἱερειτεύω

ἱερειτεύω, later spelling of ἱεριτεύω.
II Thess. spelling of ἱερητεύω, Schwyzer 616a ([place name] Phalanna).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ιερειτεύω — ἱερειτεύω (Α) βλ. ιεριτεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. και θεσσαλ. τ. τού ιεριτεύω*] …   Dictionary of Greek

  • ιεριτεύω — ἱεριτεύω και ἱερειτεύω, δωρ. τ. ἱαριτεύω (Α) ιερατεύω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερός, αναλογικά προς το πολιτεύω*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.